επενδύτης 434,α
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα 
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα 
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα, πίσω όψη
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα, πίσω όψη
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα 
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα 
Ταυτότητα Αντικειμένου
Αριθμός Ταυτότητας Αντικειμένου (ΑΤΑ)
434,α
Όνομα αντικειμένου
επενδύτης
Τυπολογία
βυζαντινής έμπνευσης
Χρόνος κατασκευής
αρχές 20ού αι.
Μέρος συνόλου
Ναι
Φυσική Περιγραφή
Περιγραφή
Μανδύας για τον ακόλουθο του αυτοκράτορα από σατέν ασημόγκριζο. Πέφτει ανοιχτός μπροστά κλείνοντας μόνο στο λαιμό με τρεις κόπιτσες. Είναι φτιαγμένος από τέσσερα φύλλα, ντυμένα με μωβ βιολετί φόδρα. Η αριστερή του πλευρά έχει κοντύνει με δυο λοξές εσωτερικές πιέτες κάτω από τον ώμο. Η ίδια πλευρά φολοξενεί, κάτω από το στήθος ταβλίον, μεγάλο επίρραπτο κομμάτι υφάσματος (ύψους 49εκ., πλάτους 44εκ.) από πορφυρό μετάξι, που ακολουθεί το άνοιγμα του επενδύτη με ελαφρά λοξή κλίση. Τον ποδόγυρο, σε ύψος 26εκ., στολίζει βελούδο σε ήσυχο, σκούρο ροζ χρώμα. Τα περιγράμματα του επίρραπτου διάκοσμου υπογραμμίζει χρυσό γαϊτάνι. Οι περισσότερες από τις γιορτές του Λυκείου των Ελληνίδων, που ξεκίνησαν το 1911 στο Ζάππειο, συμβαδίζουν είτε με εθνικούς εορτασμούς, είτε με την έλευση επιφανών ξένων,
είτε με διεθνή συνέδρια στην Αθήνα . Η συλλογή του Λυκείου από ιστορικά αντίγραφα ενδυμασιών συνδέεται άμεσα με τις «Μεγάλες Εθνικές Εορτές» στο Παναθηναϊκό Στάδιο που, από το 1914, καθιερώνονται ως ετήσιες, και στις οποίες «πλαστικαί εικόνες» αναβιώνουν μεγάλες στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Όταν, ύστερα από δεκαετή διακοπή, οι γιορτές του Σταδίου επαναλαμβάνονται, η αναδρομή στο απώτερο παρελθόν εκφράζεται μέσα από α) τον μινωικό πολιτισμό όπως τον αποκάλυψαν οι ανασκαφές του Sir Arthur Evans, β) τις Αμαζόνες, γ) τις ντυμένες από την Εύα Σικελιανού Ωκεανίδες του Προμηθέα Δεσμώτη, δ) τις Εστιάδες, ε) τις κόρες της κλασικής εποχής και στ) τις βυζαντινές πριγκίπισσες. Εικονογραφώντας την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, οι ιστορικές περίοδοι παρουσιάζονται με «στυλιζαρισμένες βουβές εικόνες (tableaux vivants)», που αναπαριστούν ένα επιλεγμένο θέμα για την κάθε εποχή. Οι ενδυμασίες αντιγράφουν από όσα έργα τέχνης έχουν διασωθεί: τοιχογραφίες Κνωσού, Αγ. Τριάδας, Τίρυνθας και Θηβών, μινωικά ειδώλια, κόρες της Ακροπόλεως, αρχαία ανάγλυφα, αγάλματα, αγγειογραφίες, βυζαντινές αγιογραφίες, μικρογραφίες χειρογράφων, ψηφιδωτά κ.ά. Η «Εκλογή Βασιλικής Νύμφης» είναι το θέμα που αντιπροσωπεύει την βυζαντινή περίοδο. Την κατασκευή των ενδυμάτων χρηματοδότησε ο Αντώνης Μπενάκης το 1929 με δωρεά 2.000 δραχμών. Την επίβλεψη και επιμέλεια ανέλαβε το γνωστό ζεύγος βυζαντινολόγων Γιώργου και Μαρίας Σωτηρίου. Η επιλογή των υφασμάτων, που απηχούν τόσο δυτικές όσο και ανατολίτικες επιδράσεις, επιχειρεί να αποδώσει την αγάπη των Βυζαντινών για την ποικιλία και τη λάμψη των χρωμάτων. Άσημα αποκαλούνται τα μη έγχρωμα υφάσματα. Τα ενδύματα γενικά λέγονται ρούχα ή ιμάτια και, ανάλογα με το ύφασμα αλλά κυρίως τον διάκοσμο, συνοδεύονται από ποικίλους επιθετικούς προσδιορισμούς. Σηρικό είναι το ρούχο από μετάξι ή από κάθε διάφανο πολυτελές ύφασμα, τη χρήση του οποίου καυτηριάζουν οι Πατέρες. Ζωηρόχρωμες κατακόρυφες ή οριζόντιες ταινίες, στην πραγματικότητα ενυφασμένες, φτιάχνουν τα λωρωτά φορέματα αρχόντων και ισχυρών, ορθόσημα ή πλατύσημα αντιστοίχως. Εξεμπλωτά ή πλουμιστά λέγονται τα φορέματα τα στολισμένα με υφαντά ή κεντητά κοσμήματα, τα εξέμπλια (exemplum) ή πλουμία (plumus). Κλαπωτά ονομάζονται τα ρούχα με ενυφασμένους ή κεντητούς κλάβους (από το τετράγωνο σχήμα της κεφαλής του καρφιού, clavi). Κλάβοι όμως λέγονται και οι πορφυρές διακοσμητικές λωρίδες γύρω από το λαιμό, στο στήθος, στο γύρο των μανικιών ή στον ποδόγυρο. Στα επιρράμματα των ρούχων ανήκουν τα ταβλία, κομμάτια υφάσματος κομμένα ορθογώνια ή λοξά που, αν είναι κόκκινα, λέγονται πλουμάτα. Τα σηγμέντα (segmenta), σημέντα στην καθομιλουμένη, δηλώνουν τον ετερόχρωμο επίρραπτο διάκοσμο στις άκρες του ρούχου, που φέρει τετράγωνα κοσμήματα. Κάθε βυζαντινό αντίγραφο της συλλογής του Λυκείου των Ελληνίδων είναι μια αλλαγή, μια εξαιρετική «αλλαξιά» δηλαδή, για περιστάσεις γιορτινές ή επίσημες. Ρούχα αρχοντικά, βασιλικά, με ενυφασμένους λίθους πολύτιμους και μαργαριτάρια. Λέγονται περιμάρμαρα ή περιμάργαρα, λιθένδυτα ή μαρμαρένδυτα, από το ρήμα μαρμαίρω που σημαίνει «απαστράπτω». Δεν είναι, άλλωστε, το έκστιλβον το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολυτέλειας;
Διάκοσμος & Μοτίβα
Διάκοσμος
γεωμετρικός διάκοσμος
Μοτίβα / Θέματα διακόσμου
-
Ύψος
1.450
Κατασκευή
Κατασκευαστής / Δημιουργός
Λύκειον των Ελληνίδων
Χρόνος κατασκευής
αρχές 20ού αι.
Σκοπός κατασκευής
Η αναβίωση και εικονογράφηση της βυζαντινής περιόδου της ελληνικής ιστορίας.
Τόπος κατασκευής (Χώρα | Γεωγραφικό Διαμέρισμα | Νομός & Ευρύτερη περιοχή)
Ελλάδα | Στερεά Ελλάδα | Αττικής
Αθήνα
Υλικά
βελούδο
γαϊτάνι χρυσό
μετάξι
σατέν
συνθετικό
Τεχνικές
επίρραπτη
υφαντό βιομηχανικό
Χρήση
Χρήστης
άντρας
Περίσταση χρήσης
γιορτινό
Σκοπός χρήσης
Η ενσάρκωση προσώπων από την βυζαντινή περίοδο της ελληνικής ιστορίας, σε μεγάλες γιορτές, ενθικές και άλλες. 
Χρόνος χρήσης
20ός αι.
Τόπος χρήσης (Χώρα | Γεωγραφικό Διαμέρισμα | Νομός & Ευρύτερη περιοχή)
Ελλάδα | Στερεά Ελλάδα | Αττικής
Αθήνα
Απόκτηση
Τρόπος απόκτησης
Άγνωστο
Τεκμηρίωση
Βιβλιογραφικές πηγές έρευνας
Κουκουλές, Φ. 1948-1957, "Περί τα βυζαντινά φορέματα" στο Βυζαντινών βίος και πολιτισμός 2: 5-59, Αθήνα, Παπαζήσης (ανατ., χ.χ.).
Λουτζάκη, Ρ. 2007, "Λύκειο των Ελληνίδων: Από το Παναθηναϊκό Στάδιο (1914) στη σκηνή του Μεγάρου Αθηνών (2005)" στο Π. Κάβουρας (επιμ.), Φολκλόρ και Παράδοση, Αθήνα, Fagotto.
Μπόμπου-Πρωτοπαπά, Ε. 1993, Το Λύκειο των Ελληνίδων, 1911-1991, Αθήνα, Λύκειο των Ελληνίδων.
Παπαντωνίου, Ι. 2000, Η ελληνική ενδυμασία από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος - Καπόν.

Άδεια χρήσης εικόνων

Χρησιμοποιήστε το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης:
CC BY-NC-ND 4.0

Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα